Δ/Σ ΕλλάδαΣτερεά ΕλλάδαΤοπικές Ειδήσεις

Τελικά περιόδευσε ο Απόστολος Παύλος στη Βοιωτία;

Ένα ιδιαίτερο ερώτημα πλανάται στη Βοιωτία σχετικά με τις ιεραποστολικές περιοδείες του Αποστόλου Παύλου και είναι αν ο Πρωτοκορυφαίος περπάτησε στα χώματα της Βοιωτικής γης.

Διέβη; Εκήρυξε; Ίδρυσε εκκλησίες; Εγκατέστησε επισκόπους; Και τελικά μπορούμε να τον συγκαταλέγουμε στη χορεία των Βοιωτών Αγίων;

Είτε αξιόλογος σύμμαχος, είτε ιδιαίτερο εμπόδιο, αλλά, όπως και να έχει, κλειδί σε αυτό το ερώτημα είναι κυρίως ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αλλά και ο Άγιος Ρούφος ο Εκλεκτός, πρώτος Επίσκοπος Θηβών. Όλοι οι Βοιωτοί γνωρίζουμε τη σύνδεση του Ευαγγελιστού με τη Θήβα, εκεί που βρίσκεται και ο τάφος του, κάτι που είναι σημαντικό για την απάντηση στο ερώτημά μας.

Ο Λουκάς είναι ο συγγραφέας του τρίτου και του πέμπτου βιβλίου της Καινής Διαθήκης, του Ευαγγελίου που φέρει το όνομά του και των Πράξεων των Αποστόλων. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας τις Πράξεις των Αποστόλων παρατηρούμε ότι ο Λουκάς μας «προβληματίζει» ως προς την απάντηση που ψάχνουμε. Τούτο διότι θεωρώντας ως δεδομένο ότι ο Παύλος διέσχισε, από την Κόρινθο ως τη Μακεδονία, όλη την Ελλάδα δεν αναφέρει πουθενά τη Βοιωτία.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Με τη μεταστροφή του Παύλου στο Χριστό και την βάπτισή του από τον Απόστολο Ανανία, ξεκίνησε (ο Παύλος) περιοδείες ιεραποστολής για να κηρύξει το Ευαγγέλιο και να μεταδώσει το μήνυμα της Αναστάσεως σε όλους τους λαούς. Για αυτόν τον λόγο και η Εκκλησία μας τον χαρακτηρίζει ως «Απόστολο των Εθνών».

Κατά την πρώτη του περιοδεία ο Παύλος κινήθηκε στις περιοχές της Ανατολής και την Κύπρο μέχρι την Αποστολική Σύνοδο στα Ιεροσόλυμα γύρω στο 47 – 50 μ. Χ.

Στη δεύτερη ιεραποστολική του περιοδεία έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και στους Φιλίππους της Μακεδονίας ιδρύει την πρώτη εκκλησία της Ευρώπης[1] και αργότερα στην Αθήνα εκφωνεί το λόγο του στον Άρειο Πάγο[2] , όπου ακούει τη φράση «ἀκουσόμεθά σου πὰλιν περί τούτου[3]».

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι ο Παύλος με τη συνοδεία του πήγαν στην Αθήνα από τη Μακεδονία διά θαλάσσης και δεύτερον παρατηρούμε έντονο το α΄ πληθυντικό πρόσωπο στο κείμενο, τα λεγόμενα «ἡμεῖς ἐδάφια», τα οποία κάνουν την εμφάνισή τους από την αποχώρηση από την Τρωάδα με κατεύθυνση προς τη Μακεδονία[4]. Αυτό συμβαίνει διότι στη συνοδεία προστίθεται και ο Ευαγγελιστής Λουκάς.

Αργότερα με την απόρριψη από τους Αθηναίους και ίσως με την κατηγορία της «εισαγωγής των καινών δαιμονίων», δηλαδή της ασέβειας και της αμφισβήτησης προς τους πατροπαράδοτους θεούς και συνάμα τη λατρεία ξένων ή μη αναγνωρισμένων από την πόλη θεοτήτων (δαιμόνια), κάτι που θεωρούνταν απειλή για την παραδοσιακή και πολιτική τάξη, κατηγορία η οποία είχε επιδοθεί στον αρχαίο φιλόσοφο Σωκράτη, ο Παύλος αναχωρεί για την Κόρινθο, όπου τελειώνει και η δεύτερη ιεραποστολική του περιοδεία[5].

Γόνιμο για τη συνέχεια είναι να προσθέσουμε πως η Κόρινθος εκείνη την εποχή ήταν μίας μεγάλης σημασίας πόλη στον ελλαδικό χώρο. Η επικράτηση του Οκταβιανού στη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) που σήμανε την πλήρη κυριαρχία της Ρώμης στην ανατολική Μεσόγειο και τη μακροχρόνια ειρήνη, ανέδειξε την Κόρινθο ως έδρα της Επαρχίας της Αχαΐας και στο πλαίσιο αυτής της ρωμαϊκής διοίκησης η Στερεά Ελλάδα, η Πελοπόννησος, η Νότια Ήπειρος, τα Ιόνια νησιά και οι Κυκλάδες εντάχθηκαν σε αυτήν[6].

Εκεί, λοιπόν, συναντά ένα ζεύγος Εβραίων, τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, που εκδιώχθηκαν από τη Ρώμη με καθολική διαταγή του Καίσαρα Κλαυδίου για απέλαση όλων των Εβραίων από την πρωτεύουσα. Μετά από αρκετό διάστημα ο Παύλος οδηγείται για το κήρυγμά του ενώπιον του ανθυπάτου Γαλλίωνα.

Εδώ αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα ιστορικά στοιχεία που μας ενδιαφέρουν.

Το γεγονός αυτό μας μαρτυρά ότι ο Παύλος επισκέφτηκε πρώτη φορά την Κόρινθο το 51 – 52 όσο είχε το αξίωμα αυτό (του ανθυπάτου) ο Γαλλίων, αδερφός του φιλοσόφου Σενέκα (4 π.Χ. – 65 μ.Χ.), όπως γνωρίζουμε από επιγραφή που βρέθηκε στους Δελφούς κατόπιν αρχαιολογικών ερευνών και μνημονεύει την 26η ανακήρυξη του Κλαυδίου ως αυτοκράτορα. Η επιγραφή (από τον Dittenberger, Sylloge Inscriptionum Graecorum, ³1917, αρ. 801D) σε συνδυασμό και με άλλες πληροφορίες τοποθετείται μεταξύ 25ης Ιανουαρίου και 1ης Αυγούστου του έτους 52 μ.Χ. Η ανθυπατεία διαρκούσε συνήθως έναν χρόνο και ο νεοδιορισμένος έπρεπε να φύγει από τη Ρώμη έως τα μέσα Απριλίου. Έτσι, το έτος ανθυπατείας του Γαλλίωνα πρέπει να ήταν το 51/52 ή το 52/53[7].

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΔΕΛΦΩΝ[8]

«Τιβέριος Κλαύδιος Καῖσαρ Σεβαστὸς Γερμανικός, ἀρχιερεὺς μέγιστος, δημαρχικῆς ἐξουσίας τὸ ιβ’, αὐτοκράτωρ τὸ κς’, πατῆρ πατρίδος, ὕπατος τὸ ε’, τιμητής, Δελφῶν τῇ πόλει χαίρειν. Πάλαι μὲν τῇ πόλει τῶν Δελφῶν πρόθυμος ἐγενόμην… καὶ εὔνους ἐξ ἀρχῆς, ἀεὶ δ’ ἐτήρησα τὴν θρησκείαν τοῦ Ἀπόλλωνος τοῦ Πυθίου… ὅσα δὲ νῦν λέγεται καὶ πολιτῶν ἔριδες ἐκεῖναι… καθὼς Λούκιος Ἰούνιος Γαλλίων ὁ φίλος μου καὶ ἐνθύπατος τῆς Ἀχαΐας ἔγραψεν… διὰ τοῦτο συγχωρῶ ὑμᾶς ἔτι ἔξειν τὸν πρότερον…»

Μάλιστα, το διάστημα αυτό συγγράφει την Β’ προς Θεσσαλονικείς επιστολή του, η οποία χρονολογείται τέλη 51 – αρχές 52 μ.Χ.[9] και μαζί με την Α’ προς Θεσσαλονικείς είναι από τα αρχαιότερα κείμενα του Κανόνα της Καινής Διαθήκης, αν και ο Λουκάς δεν αναφέρει ούτε μία φορά στις Πράξεις ότι ο Παύλος έγραψε και έστειλε επιστολές στις διάφορες εκκλησίες, τις οποίες ίδρυσε.

Τελικά, ο Γαλλίων δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις κατηγορίες των Ιουδαίων της κοινότητας που κατηγορούσαν τον Παύλο, μια και δεν θεώρησε το πρόβλημα πολιτικό, αλλά θρησκευτικό.

Αφού έμεινε αρκετές ημέρες επανήλθε στην Αντιόχεια μέσω της Εφέσου[10] και έστειλε τον Απολλώ στην Κόρινθο[11]. Έτσι τελείωσε και η δεύτερη περιοδεία του Παύλου.

Ξεκινώντας την τρίτη περιοδεία, η οποία μας ενδιαφέρει για να απαντήσουμε στο αρχικό μας ερώτημα, τον βρίσκουμε να συλλαμβάνεται και να φυλακίζεται[12],  καθώς δραστηριοποιείται στην Έφεσο[13].

Αφού σταμάτησε ο θόρυβος, προχώρησε προς τη Μακεδονία, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, όπου εκεί έχουμε το πρώτο πέρασμα του Αποστόλου και της συνοδείας του από τη Βοιωτία.

Προχωράει χωρίς να καθίσταται σαφές που πηγαίνει, παρά μόνο ότι από τη Μακεδονία πορεύεται προς την Ελλάδα και μένει τρεις μήνες. Δεδομένου ότι τα περισσότερα γεωγραφικά διαμερίσματα του ελλαδικού χώρου ανήκουν στην επαρχία της Αχαΐας, μεταξύ αυτών και η Βοιωτία, θυμόμαστε το εδάφιο 21 από το 19ο Κεφάλαιο των Πράξεων: «…ἔθετο ὁ Παῦλος ἐν τῷ πνεύματι διελθών τὴν Μακεδονίαν καὶ Ἀχαΐαν πορεύεσθαι εἰς Ἱερουσαλήμ…», κάτι το οποίο φανερώνει την πρόθεσή του να βρεθεί σε αυτές τις περιοχές. Επομένως, με την αναφορά του επόμενου κεφαλαίου του ίδιου βιβλίου «ἧλθεν εὶς τὴν Ἑλλάδα[14]», κατανοούμε ότι αναφέρεται σε όλες – ή στις περισσότερες – περιοχές που ορίζονταν ως επαρχία της Αχαΐας με κέντρο την Κόρινθο και μεταξύ αυτών τη Στερεά Ελλάδα και μάλιστα όχι μία, αλλά δύο φορές. Από και προς την πρωτεύουσα Κόρινθο.

Από εκεί σκόπευε να μεταβεί στη Συρία, αλλά μετά από ενημέρωση που υπήρξε πως ετοιμάζεται κακοποιητική ενέργεια εναντίον του από τους Ιουδαίους, εκφράστηκε η γνώμη να μεταβεί «διά Μακεδονίας». Άρα, διά της χερσαίας οδού ξανά για να καταλήξει, αρχικά στους Φιλίππους και στη συνέχεια στην Τρωάδα για να συνεχίσει αυτήν την τρίτη ιεραποστολική του πορεία. Πιθανότατα βρισκόμαστε στο 57 μ.Χ.

Χρήσιμο είναι για τη συνέχεια να αναφέρουμε πως η πορεία του Παύλου δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί. Αυτό συμβαίνει διότι ο Λουκάς στις Πράξεις δεν καταγράφει κάθε στάση του Παύλου. Το ίδιο το κείμενο συμπυκνώνει μεγάλα ταξίδια σε μία μόνο φράση: «διελθών τὰ μέρη ἐκείνα…[15]».

Συνεπώς, η απουσία αναφοράς δε σημαίνει απαραίτητα ότι δεν πέρασε ποτέ από μία πόλη. Όσο επαρκή τεκμηρίωση και αν δεν έχουμε, ιστορικά είναι απολύτως εύλογο. Εξάλλου, είναι το ίδιο πιθανό να θέλησε να βρεθεί κοντά στην εκκλησία της Κορίνθου, την οποία ίδρυσε στην πρώτη του επίσκεψη για να παρακολουθήσει και να ενδυναμώσει την πορεία της.

Αξιοσημείωτο είναι ότι πολλοί από τους σύγχρονους ερευνητές επισημαίνουν βασικές διαφορές μεταξύ Παύλου και Λουκά. Μία πολύ σημαντική είναι ότι ο Παύλος υπαινίσσεται πολλές περιπέτειες της ζωής του στην Β’ προς Κορινθίους επιστολή[16], για τις οποίες τίποτα δεν αναφέρει ο Λουκάς στις Πράξεις (πλην των χωρίων 16,22. 22,24. 27,41), όπως επίσης δεν αναφέρει και το γνωστό συνεργάτη του Παύλου, Τίτο[17]. Κάτι αντίστοιχο έχει συμβεί σίγουρα και με την παρουσία του Παύλου στην Ελλάδα.

Τα παραπάνω φαίνονται εντυπωσιακά και εύλογα διερωτάται κανείς πώς ένας στενός συνεργάτης του Παύλου να μη γνώριζε καλά τη ζωή του. Το ερώτημα, όμως, αυτό δεν χάνει την οξύτητά του και παίρνει απάντηση αν λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν ότι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο Λουκάς με τη συγγραφή των Πράξεων, δεν συμπίπτει με το σκοπό για τον οποίο γράφηκαν οι επιστολές του Παύλου και ως εκ τούτου διάφορα γεγονότα της ζωής του, τα οποία για εκείνον και τους αναγνώστες του έχουν μεγάλη σημασία, ο Λουκάς όμως είτε δεν τα μνημονεύει καθόλου, είτε τα βλέπει με άλλο πρίσμα. Δεν θέλει να παρουσιάσει πλήρη και λεπτομερή βιογραφία του Παύλου, αλλά να δείξει πως το μήνυμα του ευαγγελίου έφτασε μέχρι τη Ρώμη. Και αυτή η περιγραφή γίνεται αρκετά χρόνια μετά τα ιστορούμενα γεγονότα. Έτσι, ορισμένα επεισόδια, τα οποία επικαλείται ο Παύλος δεν αναφέρονται από το Λουκά γιατί δεν συμβάλλουν στο σκοπό που επιδιώκει[18].

Ξεκινώντας από εκεί και εμείς νοερά το ταξίδι αυτό του Αποστόλου των Εθνών και με τον χάρτη ανά χείρας, φεύγουμε από την Κόρινθο, περνάμε τον Ισθμό και πορευόμαστε προς τα Μέγαρα. Από εκεί εισερχόμαστε στο κομμάτι της Βοιωτίας που συνορεύει με την Αττική από το σημείο του όρους του Κιθαιρώνα. Με την ορολογία της εποχής μας, περνάμε από την Κάζα στην περιοχή των Ερυθρών και διαμέσου της σημερινής παλαιάς εθνικής οδού, εισερχόμαστε στη Θήβα.

Εδώ είναι το κομβικό σημείο!

Τον 1ο μ.Χ. αιώνα η Θήβα ήταν από τις περιοχές που ανήκαν στην Επαρχία της Αχαΐας, όπως είπαμε. Εκείνη την εποχή ήταν ένας μεγάλος περιφερειακός κόμβος ανάμεσα σε Κόρινθο, Αθήνα και Βόρεια Ελλάδα. Η γεωγραφική της θέση σήμαινε ότι δύσκολα έμενε αποκομμένη από τις νέες ιδέες και μετακινήσεις ανθρώπων της εποχής εκείνης, χαρακτηριστικό που διατηρεί ως και τις μέρες μας από όπου και αν έρχεσαι, όποιον προορισμό και έχεις. Και ίσως για αυτόν τον λόγο σοφά να την έχτισε εκεί ο Κάδμος και δεν έχει αλλάξει από τότε.

Η Θήβα ήταν ακόμα σημαντική πόλη στην εποχή αυτή της ρωμαϊκής κυριαρχίας, αν και δεν είχε την παλιά κλασική της αίγλη.

Επομένως, από τη στιγμή που ο Παύλος ταξίδεψε διά της χερσαίας οδού για το βορρά μετά την αλλαγή των σχεδίων του, η διέλευσή του από τη Βοιωτία είναι αναπόφευκτη. Πέρασε, ως μέρος της φυσικής διαδρομής από τη Θήβα, χωρίς όμως να υπάρχει άμεση βιβλική αναφορά.

Παράλληλα, προσπαθώντας να εισχωρήσουμε στη λογική του Παύλου, ο οποίος συνήθιζε όπου συναντούσε ακροατήριο να διδάσκει, αποκλείεται να μην κήρυξε στη Θήβα. Είναι σχεδόν βέβαιο το σενάριο να ίδρυσε ο ίδιος την Εκκλησία των Θηβών, στέλνοντας αργότερα το Λουκά να την στερεώσει και να χειροτονήσει τον Ρούφο, τον γιο του Σίμωνα του Κηρυναίου[19], ως πρώτο Επίσκοπο Θηβών, τον οποίο επέλεξε ο ίδιος ο Παύλος και τον αναφέρει στην προς Ρωμαίους επιστολή του[20].

Ας μην λησμονούμε ότι η εκκλησιαστική ιστορία αναφέρει πως ο Λουκάς έζησε και πέθανε στη Θήβα, όπου βρίσκεται ο τάφος του, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι η περιοχή ήταν σημαντικό κέντρο για τους χριστιανούς. Το γεγονός ότι ο Λουκάς με τον Ρούφο επέστρεψαν στη Θήβα[21] φανερώνει ότι η πόλη εθεωρείτο υψίστης χριστιανικής σημασίας και ενισχύει τη γνώμη ότι ο Παύλος ήταν ο ιδρυτής της τοπικής εκκλησίας, με στερεωτή αργότερα τον Ευαγγελιστή Λουκά και πρώτο της επίσκοπο τον Απόστολο Ρούφο.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς ήρθε και έδρασε στη Θήβα μετά το θάνατο του Παύλου (64 – 67 μ.Χ.) ως επικεφαλής της τοπικής εκκλησίας και τελικά πέθανε περί το 80 μ.Χ. Υπάρχει μία ακόμη εκδοχή που λέει ότι πριν γίνει χριστιανός ασκούσε την ιατρική στη Θήβα και βαπτίστηκε εκεί από τον Παύλο περίπου το 42 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κλαυδίου.

Παράλληλα, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση ο Ρούφος συνόδευε τον Παύλο και το Λουκά στις επισκέψεις στην Κόρινθο και τη Βοιωτία. Ο Παύλος τον επέλεξε ως πρώτο Επίσκοπο Θηβών[22], κάτι το οποίο εγείρει το εξής δίλημμα: Ο Ευαγγελιστής Λουκάς ήρθε και τον συνάντησε εδώ μετά το μαρτυρικό τέλος του Παύλου στη Ρώμη ή γύρισαν μαζί από εκεί με το δεύτερο να μοιάζει πιθανότερο.

Για το τέλος του Ρούφου υπάρχουν δύο εκδοχές. Μαρτύρησε είτε επί αυτοκράτορα Νέρωνα το 64 μ.Χ., κάτι που από τη μία ενισχύει την εντύπωση ότι δεν ακολούθησε τον Παύλο ως τη Ρώμη, αλλά από την άλλη φαντάζει μακρινό, είτε επί αυτοκράτορα Δομιτιανού (81 – 96 μ.Χ.) στην περίπτωση που γύρισαν με το Λουκά αργότερα από τη Ρώμη και το τέλος του Πρωτοκορυφαίου και μάλιστα στην περίπτωση που αληθεύει το σενάριο να είχε εγκατασταθεί νωρίτερα με τον πατέρα του, Σίμωνα τον Κηρυναίο, και την υπόλοιπη οικογένειά του στη Ρώμη[23].

Παράλληλα, τίθεται και το ερώτημα του χρονικού και του χωρικού προσδιορισμού συγγραφής του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων. Τοποθετείται από άλλους μεταξύ 80 – 90 μ.Χ., από άλλους 70 – 80 και από άλλους μεταξύ 63 – 70 μ.Χ. Ως τόπος συγγραφής προτείνεται η Ρώμη, η Έφεσος και η Ελλάδα – συνεπώς και η Θήβα – ενώ άλλοι δηλώνουν αδυναμία προσδιορισμού.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν τα σενάρια οι Πράξεις να γράφηκαν μεταξύ 70  – 80, τότε από τα σημεία του βίου του Ευαγγελιστού[24] που αντλούμε από τον Μέγα Συναξαριστή, ότι εκοιμήθη ειρηνικά στη Θήβα γύρω στο 80 μ.Χ., συμπεραίνουμε ότι μεγάλο μέρος των Πράξεων το συνέγραψε στη Θήβα.

Αν, από την άλλη πλευρά, δεχθούμε το σενάριο της συγγραφής του βιβλίου μεταξύ 63 – 70, τότε μάλλον ο Λουκάς το συνέγραψε κατά τη διάρκεια της φυλάκισης και του μαρτυρίου του Παύλου και αργότερα.

Αλλά στην περίπτωση που ο Λουκάς μαρτύρησε από ειδωλολάτρες στη Θήβα περίπου το 84 μ.Χ., τότε ενισχύεται η περίπτωση να συνέγραφε τις Πράξεις ως το τέλος της ζωής του.

Στη συνέχεια, φεύγοντας από τη Θήβα, λογικά οι διαδρομές τον πηγαίνουν βάσει του οδικού δικτύου της ρωμαϊκής εποχής από το νότο προς το βορρά, ο οποίος διερχόταν και από τη Λιβαδειά. Έτσι, λοιπόν, ενδέχεται να πέρασε κοντά στην Κορώνεια, στη νοτιοδυτική ακτή της Κωπαΐδας, κατά μήκος της βόρειας πλαγιάς του Ελικώνα, φτάνοντας τελικά στη Λιβαδειά[25]. Εδώ θα ισχύσει – πάντα σύμφωνα με τη λογική του Παύλου – ό,τι και στη Θήβα. Πιθανόν και λόγω της θρησκευτικής άνθησης του παγανισμού στην περιοχή, ο Παύλος είχε ένα επιπλέον κίνητρο να κηρύξει τον Χριστό στη Λιβαδειά.

Ο ρωμαϊκός δρόμος από τη Λιβαδειά οδηγούσε στη Χαιρώνεια, από εκεί κοντά στη Δαύλεια και τέλος θα διέσχιζε την κοιλάδα του Κηφισού για να φτάσει στις Θερμοπύλες και από εκεί να συνεχίσει το ταξίδι του για τη Μακεδονία.

 

Σε έναν παραλληλισμό, αμιγώς και μόνο γεωγραφικό, ο Παύλος από την Κόρινθο, με διαφορά 13 αιώνων, πιθανόν να διέσχυσε τα μονοπάτια που πέρασε και ο Οιδίποδας οδεύοντας προς τους Δελφούς. Φυσικά, μιλάμε για δύο εντελώς αντίθετες περιπτώσεις. Ο μεν Οιδίποδας προχωρά για να σκοτισθεί αισθητά αφού συνειδητοποίησε τι έχει κάνει, ελευθερώνοντας όμως τη Θήβα από το μεγάλο της βάσανο, τη Σφίγγα. Ο δε Παύλος περιοδεύει κηρύττοντας το φως του νοητού ηλίου, του Χριστού, που ελευθέρωσε ολόκληρο το γένος των ανθρώπων από το βάσανο του θανάτου. Στη διαδρομή, που αφορά τη Βοιωτία ίσως συναντάμε μία γεωγραφική ταύτιση διαδρομών. Όλα αυτά, όμως είναι μετέωροι παραλληλισμοί και ρομαντικές εικασίες.

Ας φτάσουμε, τέλος, στο συμπέρασμα αυτού του χωροχρονικού ταξιδιού παρά τους πόδας του Πρωτοκορυφαίου Αποστόλου των Εθνών, Παύλου.

Ο σκοπός όλων αυτών των αναφορών είναι αφενός να διαπιστώσουμε πρακτικά ότι ο Παύλος πέρασε από τη γη μας και πάτησε τα χώματά μας.

Ανεξάρτητα αν κάποιος πιστεύει ή όχι στην πίστη την οποία κήρυττε και εννοούμε το μήνυμα του ευαγγελίου του Χριστού, είναι αδιαμφισβήτητο ότι μιλάμε για μία ισχυρή προσωπικότητα, γεμάτη κύρος, που προκαλεί το σεβασμό ανάμεσα στους αιώνες, χωρίς να μειώνει την αποστολική ιδιότητα και ισχύ των δύο αποστόλων που ήρθαν αργότερα στη Βοιωτία (Λουκάς και Ρούφος).

Αφετέρου δε, λόγω αυτού του κύρους, είτε από παράλειψη, είτε από αβεβαιότητα, είτε από αμέλεια είναι σφάλμα να μην συγκαταλέγεται, ανεξάρτητα με το ποιά πορεία ακολούθησε και πότε, στη χορεία των αγίων που λαμπρύνουν τη Βοιωτική εκκλησία και ίσως γιατί όχι να μην θεωρείται για έναν ακόμη λόγο μετά τον Ευαγγελιστή Λουκά, Αποστολική.

Γιατί να μην βρωντοφωνάζουμε οι Βοιωτοί με την «ἐν  Χριστῷ» χαρά ότι η Ιερά Μητρόπολις Θηβών, Λεβαδείας και Αυλίδος είναι απόγονος εκκλησία εκείνων που έζησαν, που άγγιξαν, που πιθανόν θεραπεύτηκαν και που άκουσαν τον Απόστολο που μετανόησε με επέμβαση του ίδιου του Χριστού και μαζί με τους άλλους δύο Αποστόλους, τον Ευαγγελιστή Λουκά και τον Απόστολο Ρούφο τον Εκλεκτό, πρώτο Επίσκοπο Θηβών και προκάτοχο του Αγίου Ιωάννου του Καλοκτένους, να σκέπουν, να πρεσβεύουν και να ευλογούν την Τρισαποστολική Βοιωτική Εκκλησία.

Ας τα σκεφτούμε όλα αυτά και ας είμαστε βέβαιοι ότι ο Απόστολος των Εθνών, ο πρώην διώκτης, ο Πρωτοκορυφαίος Παύλος πέρασε και μας ευλόγησε τότε και ας ευχόμαστε να μας ευλογεί και τώρα!

Να μας χαρίζει πίστη από την πίστη του και δύναμη από τη δύναμή του!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Καινή Διαθήκη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
  • Ιωάννου Δ. Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Εκδόσεις OSTRACON Publishing, Θεσσαλονίκη, 2016
  • Ρωμαϊκοί χρόνοι, Ιστοσελίδα Αρχαιολογικού Μουσείου Θήβας, https://www.mthv.gr/el/monimi-ekthesi/romaikoi-hronoi/ , Ανακτήθηκε στις 15/05/2026
  • Ιστορικά στοιχεία Μητροπόλεως / Παλαιοχριστιανική – Πρωτοβυζαντινή περίοδος (1ος – 8ος αι. μ.Χ.), Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών, Λεβαδείας και Αυλίδος, https://www.imtl.gr/?page_id=266, Ανακτήθηκε στις 15/05/2026.
  • Βίος Αποστόλου Ρούφου, Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών, Λεβαδείας και Αυλίδος, https://www.imtl.gr/?page_id=1895, Ανακτήθηκε στις 15/05/2026
  • Βίος Ευαγγελιστού Λουκά, Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών, Λεβαδείας και Αυλίδος, https://www.imtl.gr/?page_id=1893, Ανακτήθηκε στις 15/05/2026.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία, δρόμοι και λιμάνια στη βυζαντινή Βοιωτία,
  1. Σημαντικοί δρόμοι της Βοιωτίας,

2.1. Η οδός που διέσχιζε την κοιλάδα του Κηφισού, http://boeotia.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=12883&fbclid=Iwb21leARqwzNjbGNrBGrC7GV4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHvIk_4M3FOJO8P7J_-6LoQfwLdGwAqhSe08ZqmNYn9px8KE_m5XSQx0AeLNf_aem_PHl7INmiRg7rXa_sfpAaoQ , Ανακτήθηκε στις 15/05/2026

[1] Πράξεις των Αποστόλων (16, 11-18)

[2] Πράξεις των Αποστόλων (17, 15 – 34)

[3] Πράξεις των Αποστόλων (17, 32)

[4] Πράξεις των Αποστόλων (16, 10 κ.ε.)

[5] Πράξεις των Αποστόλων (18, 1 – 17)

[6] Ρωμαϊκοί χρόνοι , Ιστοσελίδα Αρχαιολογικού Μουσείου Θήβας, https://www.mthv.gr/el/monimi-ekthesi/romaikoi-hronoi/ , Ανακτήθηκε στις 15/05/2026

[7] Ιωάννου Δ. Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Εκδόσεις OSTRACON Publishing, Θεσσαλονίκη, 2016, Σελ.  239 – 240.

[8] Ιωάννου Δ. Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Εκδόσεις OSTRACON Publishing, Θεσσαλονίκη, 2016, Σελ. 239.

[9]Το αυτό, Σελ. 264

[10] Πράξεις των Αποστόλων (18, 18 – 22)

[11] Το αυτό (18, 24 – 28)

[12] Πράξεις των Αποστόλων (19, 1 – 26, 32)

[13] Το αυτό (19)

[14] Το αυτό (20, 2)

[15] Πράξεις των Αποστόλων (20,2)

[16] Β’  Επιστολή προς Κορινθίους (11, 23)

[17] Ιωάννου Δ. Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Εκδόσεις OSTRACON Publishing, Θεσσαλονίκη, 2016, Σελ. 235

[18] Ιωάννου Δ. Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Εκδόσεις OSTRACON Publishing, Θεσσαλονίκη, 2016, Σελ. 236

[19] Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο (15, 21)

[20] Προς Ρωμαίους Επιστολή (16, 13)

[21] Από τον χαιρετισμό του Παύλου στην προς Ρωμαίους Επιστολή (16, 13) «ἀσπάσασθε Ροῦφον τὸν ἐκλεκτὸν ἐν Κυρίῳ καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ» συμπεραίνουμε ότι κατά τη διάρκεια της συγγραφής της επιστολής, ο Ρούφος βρίσκεται στη Ρώμη και ότι ο Παύλος τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση στη μητέρα του Ρούφου. Επομένως, επέστρεψε στη Θήβα μετά το μαρτύριο του Παύλου και με τη συνοδεία του Λουκά.

[22] Ιστορικά στοιχεία Μητροπόλεως / Παλαιοχριστιανική – Πρωτοβυζαντινή περίοδος (1ος – 8ος αι. μ.Χ.), Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών, Λεβαδείας και Αυλίδος, https://www.imtl.gr/?page_id=266 , Ανακτήθηκε στις 15/05/2026

[23] Βίος Αποστόλου Ρούφου, Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών, Λεβαδείας και Αυλίδος, https://www.imtl.gr/?page_id=1895 , Ανακτήθηκε στις 15/05/2026

[24] Βίος Ευαγγελιστού Λουκά, Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών, Λεβαδείας και Αυλίδος, https://www.imtl.gr/?page_id=1893 , Ανακτήθηκε στις 15/05/2026.

[25] Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία, δρόμοι και λιμάνια στη βυζαντινή Βοιωτία, 2. Σημαντικοί δρόμοι της Βοιωτίας, 2.1. Η οδός που διέσχιζε την κοιλάδα του Κηφισού, http://boeotia.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=12883&fbclid=Iwb21leARqwzNjbGNrBGrC7GV4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHvIk_4M3FOJO8P7J_-6LoQfwLdGwAqhSe08ZqmNYn9px8KE_m5XSQx0AeLNf_aem_PHl7INmiRg7rXa_sfpAaoQ , Ανακτήθηκε στις 15/05/2026.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button