Ζαν Μπωντριγιάρ: Η Δημοκρατία μέσα από το «τέλος» της

Ίσως το πιο ενοχλητικό μήνυμα του Μπωντριγιάρ είναι ότι το μέλλον της Δημοκρατίας δεν απειλείται από τους εχθρούς της, αλλά από την ίδια της την επιτυχία…
Ο Ζαν Μπωντριγιάρ δεν ήταν ποτέ φιλικός απέναντι στις μεγάλες λέξεις: Δημοκρατία, Πρόοδος, Λαός, Ελευθερία. Όχι επειδή τις θεωρούσε ασήμαντες, αλλά επειδή πίστευε ότι, στη σύγχρονη εποχή, έχουν χάσει το νόημά τους. Έχουν μετατραπεί σε σύμβολα που κυκλοφορούν παντού, χωρίς να αντιστοιχούν πια σε ζωντανές κοινωνικές εμπειρίες. Αν ο Μπωντριγιάρ καλούνταν σήμερα να μιλήσει για το μέλλον της Δημοκρατίας, το πιθανότερο είναι ότι θα απαντούσε πως το μέλλον αυτό έχει ήδη συμβεί και δε μοιάζει καθόλου με ό,τι νομίζουμε.
Στον πυρήνα της σκέψης του βρίσκεται η ιδέα της προσομοίωσης. Ζούμε δηλαδή σ’ έναν κόσμο όπου τα σημεία, οι εικόνες και οι αναπαραστάσεις δεν αντικατοπτρίζουν πια την πραγματικότητα, αλλά την αντικαθιστούν. Το «υπερπραγματικό» (έναν όρο που καθιέρωσε ο Μπωντριγιάρ) δεν είναι ψέμα ούτε απάτη. Είναι κάτι πιο ανησυχητικό. Αποτελεί μια πραγματικότητα τόσο πυκνή από εικόνες και νοήματα, ώστε να μην αφήνει χώρο για εμπειρία, σύγκρουση ή αμφισβήτηση.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Δημοκρατία δεν καταρρέει με πραξικοπήματα ή τανκς. Συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά. Με εκλογές, με κόμματα, με δημοσκοπήσεις, με τηλεοπτικά πάνελ, με πολιτική επικοινωνία. Όμως, για τον Μπωντριγιάρ, όλα αυτά συνιστούν ένα δημοκρατικό θέαμα. Η πολιτική δεν εξαφανίζεται, αλλά απορροφάται από τα ΜΜΕ, την επικοινωνία και τη διαχείριση της εικόνας. Έτσι το αποτέλεσμα είναι μια «δημοκρατία χωρίς διακύβευμα».
Ο πολίτης, σε αυτή τη συνθήκη, δεν είναι πια ενεργό υποκείμενο. Είναι καταναλωτής πολιτικών σημείων. Δηλαδή, ψηφίζει, σχολιάζει, αγανακτεί, αλλά χωρίς να μπορεί να μετατρέψει αυτή τη συμμετοχή σε πραγματική συλλογική δύναμη. Η ψήφος, έλεγε ο Μπωντριγιάρ, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με απάντηση σε δημοσκόπηση, με μια χειρονομία χωρίς βάθος, χωρίς ρίσκο, χωρίς συνέπειες. Δεν πρόκειται για κατάργηση της Δημοκρατίας, αλλά για την ουδετεροποίησή της.
Ιδιαίτερα «εντυπωσιακή» ήταν και η άποψή του ότι το πρόβλημα των σύγχρονων δημοκρατιών δεν είναι η έλλειψη συμμετοχής, αλλά το αντίθετο: η υπερβολική, η καταναγκαστική συμμετοχή. Όλοι καλούνται διαρκώς να εκφράσουν γνώμη, να πάρουν θέση, να αντιδράσουν. Αυτή η διαρκής κινητοποίηση, όμως, δεν παράγει πολιτική. Παράγει θόρυβο. Και μέσα στον θόρυβο, κάθε πραγματική ρήξη εξαφανίζεται.
Ο Μπωντριγιάρ ήταν επίσης βαθιά καχύποπτος απέναντι στην έννοια της «λαϊκής βούλησης». Θεωρούσε ότι, σε μια κοινωνία προσομοίωσης, ο «λαός» δεν προηγείται των μέσων, αλλά κατασκευάζεται από αυτά. Οι δημοσκοπήσεις, τα εκλογικά αποτελέσματα, τα trends και οι αλγόριθμοι δεν καταγράφουν απλώς τις προτιμήσεις των πολιτών, αλλά τις διαμορφώνουν. Έτσι, η Δημοκρατία παύει να είναι χώρος σύγκρουσης συμφερόντων και ιδεών και μετατρέπεται σε μηχανισμό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μπωντριγιάρ νοσταλγούσε κάποια «αγνή» Δημοκρατία του παρελθόντος. Αντιθέτως, πίστευε ότι η σύγχρονη Δημοκρατία έχει ξεπεράσει τον εαυτό της. Έχει φτάσει σε ένα σημείο υπερπληρότητας, όπου όλα επιτρέπονται, όλα εκπροσωπούνται, όλα ακούγονται και ακριβώς γι’ αυτό τίποτα δεν έχει πραγματικό βάρος. Η ελευθερία δεν καταργείται, αλλά γίνεται υποχρεωτική και, τελικά, αδιάφορη.
Σ’ αυτό το ζοφερό τοπίο, ο Μπωντριγιάρ δεν προσέφερε εύκολες λύσεις. Δεν πίστευε σε προγράμματα ανασυγκρότησης της Δημοκρατίας ούτε σε «επιστροφή στις αξίες». Η σκέψη του ήταν περισσότερο διαγνωστική παρά συνταγογραφική. Ωστόσο, άφηνε ανοιχτό ένα παράδοξο ενδεχόμενο, ότι η πραγματική πολιτική μπορεί να επιστρέψει όχι μέσω της ενίσχυσης των θεσμών, αλλά μέσα από απρόβλεπτα γεγονότα, ρήξεις και συμβολικές ανατροπές που το σύστημα αδυνατεί να αφομοιώσει.
Σήμερα, στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, της πολιτικής ως performance και της διαρκούς «κρίσης της Δημοκρατίας», η σκέψη του Μπωντριγιάρ μοιάζει ανησυχητικά επίκαιρη. Δεν μας προειδοποιεί για έναν επερχόμενο αυταρχισμό με τη μορφή της βίας, αλλά για έναν ήπιο, διαφανή αυταρχισμό της συναίνεσης, όπου όλοι συμμετέχουν και κανείς δεν αποφασίζει.
Ίσως, τελικά, το πιο ενοχλητικό μήνυμα του Μπωντριγιάρ είναι ότι το μέλλον της Δημοκρατίας δεν απειλείται από τους εχθρούς της, αλλά από την ίδια της την επιτυχία. Όταν η Δημοκρατία γίνεται παντού παρούσα, όταν μετατρέπεται σε καθολική ιδεολογία χωρίς αντίπαλο, τότε παύει να είναι πολιτική. Και αυτό, για τον Μπωντριγιάρ, θα είναι το πραγματικό της τέλος, ένα τέλος σιωπηλό, χωρίς δράμα, αλλά γι’ αυτό ακριβώς τόσο δύσκολο να το αντιληφθούμε.
Ο Ζαν Μπωντριγιάρ (1929–2007) ήταν Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος. Έγινε γνωστός για τη θεωρία της προσομοίωσης και του «υπερπραγματικού», ασκώντας ριζική κριτική στη σύγχρονη κατανάλωση, τα ΜΜΕ, την πολιτική και τη Δημοκρατία.
* O Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας



