Διεθνής επικαιρότητα

Η αντιευρωπαϊκή αμφισβήτηση από το ελληνικό δημόσιο ιδιοκτησίας πολίτη σε ακίνητο

Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης Δικηγόρος Αθηνών- Συνταγματολόγος.

Η συνεχιζόμενη αναγνώριση “τεκμηρίου κυριότητας” κάθε ακινήτου στη χώρα υπέρ του Δημοσίου αντιβαίνει σε θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής και Διεθνούς έννομης τάξης (Σύμβαση της Ρώμης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Διακήρυξη του ΟΗΕ, σωρεία αποφάσεων του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, οι οποίες επιβάλλουν το σεβασμό των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του απλού πολίτη και δεν αναγνωρίζουν προνομιακά δικαιώματα στα Κράτη σε βάρος των ίδιων των πολιτών τους.

Η διατήρηση του τεκμηρίου αυτού υποχρεώνει κάθε πολίτη, σε κάθε περίπτωση αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας του από οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, ιδιαίτερα δε τη δασική η οποία χαρακτηρίζει περίπου όλη τη χώρα ως δάσος, να ανατρέξει σε ιδιοκτησιακούς τίτλους αναγόμενους στον προπερασμένο αιώνα και συγκεκριμένα μέχρι και το έτος 1885 (!), δηλαδή σε ιστορική εποχή κατά την οποία οι περισσότερες συναλλαγές ήταν προφορικές το δε μεγαλύτερο μέρος της χώρας μας δεν ανήκε καν στο τότε Ελληνικό κράτος. Στο άρθρο 17 του Συντάγματος προβλέπεται: “Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον. Η διανοητική ιδιοκτησία προστατεύεται”.

Οι δασωμένοι αγροί αποτελούν ένα χρόνιο πρόβλημα που απειλεί τις ιδιοκτησίες των πολιτών. Το πρόβλημα αυτό προέκυψε με την αστικοποίηση των ετών 1960-1980 οπότε και εγκαταλείφθηκαν οι καλλιέργειες στα χωριά με αποτέλεσμα η ακαλλιέργητη γη να αποκτήσει δασικό χαρακτήρα. Τη γη αυτή διεκδικεί το Ελληνικό Δημόσιο με βάση το τεκμήριο κυριότητας που του παρέχει ο νόμος επί των δασικών εκτάσεων με το άρθρο 67 του Ν. 998/1979 και το πρόβλημα αυτό μεταφέρθηκε και στο κτηματολόγιο. Με το άρθρο 93 του Ν. 4915/2022 ( ΦΕΚ Α΄63/24-3-2022) αντικαταστάθηκε το άρθρο 67 του ν.998/1979 και ορίστηκε ότι «το Δημόσιο Δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε εκτάσεις που εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945 ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, με αγροτική μορφή που δασώθηκαν μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν αργότερα, επί των οποίων το Δημόσιο δεν θεμελιώνει δικαιώματα κυριότητας βάσει τίτλου. Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής που έχουν εκδοθεί για τις ανωτέρω εκτάσεις ανακαλούνται ακόμη και αν τελεσιδίκησαν δικαστικά».

Συγκεκριμένα, είτε το Δημόσιο (μέσω των δασικών υπηρεσιών) θα ανακαλέσει τις δηλώσεις που υπέβαλε με αντικείμενο το δικαίωμα κυριότητάς του σε ακίνητα που εμφανίζονται στους αναρτημένους κυρωμένους δασικούς χάρτες ως δασωμένοι αγροί, είτε θα απορριφθούν από το αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης, την αρμόδια Επιτροπή Εξέτασης Υποθέσεων Κτηματογράφησης και την αρμόδια Επιτροπή Ενστάσεων. Το αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το νόμο 4915/2022 του ελληνικού κράτους. Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε εκτάσεις που εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945, ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, με αγροτική μορφή που δασώθηκαν μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν αργότερα, επί των οποίων το Δημόσιο δεν θεμελιώνει δικαιώματα κυριότητας βάσει τίτλου.

Υπάρχουν έγραφα (συμβόλαια προ του έτους 1885) που αποδεικνύουν έκτακτη χρησικτησία, για την οποία θα έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της τριακονταετούς νομής με καλή πίστη έως την 11-9-1915.

Εκτάσεις που έχασαν τον δασικό τους χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975, λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας.

Ιδιωτικό δάσος στην κυριότητα πολίτη επιτρέπεται:

α) Με τη διαδικασία του νόμου από 17/29 Νοεμβρίου 136 “Περί ιδιωτικών δασών”.

β) Με τις διατάξεις Νόμου του 1888 “Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών”, εφόσον συντάχθηκαν πρωτόκολλα αποτερματισμού.

γ) Με αμετάκλητες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, στις οποίες διάδικος, αρχικός ή κατά παρέμβαση, ήταν το Ελληνικό Δημόσιο.

δ) Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, που εκδόθηκαν μετά από γνωμοδοτήσεις των Συμβουλίων επί ιδιοκτησιακών θεμάτων, καθώς και με αποφάσεις των Γενικών Διοικητών και του Επιτρόπου Διοίκησης, με τις οποίες κρίθηκαν ιδιοκτησιακές υποθέσεις.

ε) Με αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας του Ν. 2201/1920 και του Ν.Δ. 21 Σεπτεμβρίου 1926.

στ) Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 841/1941 “περί λήψεως εκτάκτων μέτρων διά την εκμετάλλευσιν και διαχείρισιν των δασών, λόγω των εκ του πολέμου δημιουργηθεισών συνθηκών, του Ν.Δ. 2501/1953 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων των περί δασών νόμων) και του Δασικού Κώδικα (Ν.Δ. 86/1969).

ζ) Με τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917 και του Ν. 1072/1917.

η) Με αποφάσεις νομαρχών κατά τις διατάξεις του Ν. 998/1979.

θ) Με τις διατάξεις του ν. 248/1976 και με τη διαδικασία των άρθρων 12 του ιδίου σύμφωνα με τα οποία δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση και αν ακόμη απέκτησαν μεταγενεστέρως δασικό χαρακτήρα, εφόσον έχουν εκδοθεί για τις εκτάσεις αυτές ή για τμήματα τους μέχρι τις 31.3.2011 από τις αρμόδιες δασικές αρχές διοικητικές πράξεις.

ι) Με τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα.

κ) Με τις διατάξεις του ν. δ. 2185/1952 «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων», που αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικές με τις αποφάσεις των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων.

λ) Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3147/ 2003.

μ) Σύμφωνα με τις καταχωρήσεις στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου και Κω – Λέρου. Οι Δασικοί Χάρτες δημοσιεύτηκαν το 2016, αλλά κρίθηκαν Αντισυνταγματικοί με διάφορες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αποτελεί το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο στην Ελλάδα (ΣτΕ 1118/2018, ΣτΕ 1411/2019, ΣτΕ 156/2019 κ.α.). Η χώρα μας, θα έπρεπε να έχει εδώ και δεκαετίες δασικούς χάρτες, αλλά οι ανωτέρω κρίθηκαν ουσιαστικά άκυροι από το Συμβούλιο της επικρατείας και πολλές ήσαν οι καταγγελίες αγροτών και ιδιοκτητών ακινήτων, που κλήθηκαν να υποβάλουν κοστοβόρες και χρονοβόρες ενστάσεις, προκειμένου να αποδείξουν τα αυτονόητα. Σε πλήρη αντιπαράθεση με την Απόφαση 2818/1997 του ΣτΕ, ο Νομοθέτης κατάργησε τα «Μέτρα Προστασίας» (Τρίτο Κεφάλαιο του Ν. 998/1979, άρθρα 11-13: «Φωτογράφησις», «Χαρτογράφησις», «Δασολόγιον») και, με τα άρθρα 27 και 28 του Ν. 2664/1998, συνέδεσε τη σύνταξη των Δασικών Χαρτών με τις διαδικασίες του Κτηματολογίου. Στους δασικούς χάρτες του 2016, εμφανίζονται ως δασικά, κρατικά πανεπιστήμια, κτίρια δημοσίων υπηρεσιών, που βρίσκονται εκεί από το 1890, Μουσείο , καλλιεργημένες εκτάσεις για τις οποίες το ίδιο κράτος δίδει επί σειρά ετών επιδοτήσεις σε αγρότες και αγροτικές εκτάσεις που καλλιεργούνται διαχρονικά, γεγονός το οποίο προκύπτει και από τις αεροφωτογραφίες. Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου 585/2021 , την απόφαση του Γ Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου 590/2019, την γνωμοδότηση 348/2004 του Νομικού συμβουλίου του Κράτους και το άρθρο 4 του νόμου 3127/2003: επιτρέπεται η επίκληση Χρησικτησίας ιδιώτη σε έκταση του ελληνικού Δημοσίου. Σε πολλές περιπτώσεις, παρατηρείται εσφαλμένη καταγραφή των ακινήτων του ελληνικού Δημοσίου ή μη καταγραφή ή καταγραφή επιπλέον έκτασης που δεν ανήκει στην πραγματικότητα στο ελληνικό Δημόσιο ή αργοπορημένη καταγραφή αφού έχει προηγηθεί κατοχύρωση από τον ιδιώτη πολίτη.

Η εσφαλμένη καταγραφή κάποιων ακινήτων του ελληνικού Δημοσίου, από δημόσια υπηρεσία, αποτελεί την πιο συνηθισμένη περίπτωση. Επιτρεπτή η απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του οικείου νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον νόμο, και όχι, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.

Σημαντική ρωγμή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων επέφερε η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, με την οποία επαναφέρεται ο θεσμός της κτήσης κυριότητας με ανεπίληπτη νομή του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας στα αστικά ακίνητα στο νομέα του ακινήτου εφόσον νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου (19.3.2003) για δέκα (10) έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία (όχι χαριστική) που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1946 ή εναλλακτικά νέμεται χωρίς τίτλο αδιαταράκτως το ακίνητο για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών το οποίο έχει συμπληρωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου (19-3-2003). Ως διατάραξη της νομής θεωρείται κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε καλή πίστη κατά την έννοια του άρθρου 1042 ΑΚ, δηλαδή όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Αν, αντίθετα, γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή το αγνοεί από βαριά αμέλεια, δεν υπάρχει καλή πίστη. Για την ύπαρξη της καλής πίστεως είναι αδιάφορο αν η πεποίθηση του νομέα για την κτήση της κυριότητος οφείλεται σε πλάνη ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή σε πλάνη ως προς το δίκαιο. Η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης (έναρξης) της νομής ενώ η μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου.

Ο κύριος του ακινήτου δεν απαιτείται να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής ούτε να αποδείξει την καλή πίστη του κατά την έναρξη της νομής αλλά αντίθετα το εναγόμενο Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά το χρόνο κτήσεως της νομής το ακίνητο έχει εμβαδόν μέχρι 2000 τ.μ. βρίσκεται σε σχέδιο πόλης, ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων. Για ακίνητο με έκταση μεγαλύτερη από 2000 τ.μ. οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που στο οικόπεδο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμηση.

Την χρησικτησία κατά του Ελληνικού Δημοσίου έχει αποδεχτεί και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την 348/2004 γνωμοδότηση με την οποία απαντώνται ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν. 3127/2004.

Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 “τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις” ορίζονται τα εξής: “Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ” (παρ. 1).

“Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή” (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων “περί δικαιοστασίου” που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π”, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Έτσι, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ. α’ και β’ του ίδιου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.

Τούτο προκύπτει τόσον από την γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση “νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών” και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όσο και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ’ εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή.

Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 Α Κ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ’ αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.). Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του “νέμεται αδιαταράκτως” στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος, δε, νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση, προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ’ αυτής.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button